Ἑλλανοδικέω

Ἑλλᾱνοδικ-έω,
A to be a judge at the games, Paus.6.1.5,24.3.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ἑλλανοδικοῦσιν — Ἑλλανοδικέω to be a judge at the games pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric) Ἑλλανοδικέω to be a judge at the games pres ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλλανοδικούντων — Ἑλλανοδικέω to be a judge at the games pres part act masc/neut gen pl (attic epic doric) Ἑλλανοδικέω to be a judge at the games pres imperat act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλλανοδικεῖν — Ἑλλανοδικέω to be a judge at the games pres inf act (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλλανοδίκης — Ἑλλανοδικέω to be a judge at the games imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλλανοδικοῦσιν — ἑλλᾱνοδικοῦσιν , ἑλλανοδικέω to be a judge at the games pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric) ἑλλᾱνοδικοῦσιν , ἑλλανοδικέω to be a judge at the games pres ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλλανοδικούντων — ἑλλᾱνοδικούντων , ἑλλανοδικέω to be a judge at the games pres part act masc/neut gen pl (attic epic doric) ἑλλᾱνοδικούντων , ἑλλανοδικέω to be a judge at the games pres imperat act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλλανοδικεῖν — ἑλλᾱνοδικεῖν , ἑλλανοδικέω to be a judge at the games pres inf act (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλλανοδικῶν — Ἑλλᾱνοδικῶν , Ἑλλανοδίκαι the chief judges at the Olympic games masc gen pl Ἑλλανοδικέω to be a judge at the games pres part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλλανοδικῶν — ἑλλᾱνοδικῶν , ἑλλανοδίκας masc gen pl ἑλλᾱνοδικῶν , ἑλλανοδικέω to be a judge at the games pres part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλλανοδίκης — ἑλλᾱνοδίκης , ἑλλανοδίκας masc nom sg ἑλλᾱνοδίκης , ἑλλανοδικέω to be a judge at the games imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.